Ελένη Βασιλάτου – Κοσμίδη, Παιδίατρος – Αιματολόγος – Ογκολόγoς, Διευθύντρια Ογκολογικού Κέντρου Παιδιών & Εφήβων ΜΗΤΕΡΑ

Η κλασική παρουσίαση του θέματος «Καρκίνος στο παιδί και τον έφηβο»
συνήθως (περι)ορίζεται στα όσα σήμερα γνωρίζουμε (ή πρέπει να
γνωρίζουμε). Πρόκειται για ιδιαίτερα σπάνια νόσο της παιδικής ηλικίας,
με πιθανότητα εμφάνισης 0,24% στο παιδί πριν από την ηλικία των 15
χρόνων και 0,35% πριν από την ηλικία των 20 χρόνων.
Συχνότεροι τύποι καρκίνου στα παιδιά και τους εφήβους είναι η
λευχαιμία, οι όγκοι κεντρικού νευρικού συστήματος και τα λεμφώματα.
Δεδομένου ότι στη μεγάλη πλειονότητα δεν υπάρχουν προγράμματα
επιτήρησης, δηλαδή προσυμπτωματικός έλεγχος, ο καλύτερος και
αποτελεσματικότερος τρόπος προσέγγισης είναι η έγκαιρη διάγνωση, η οποία
πρέπει να διδάσκεται στους φοιτητές, ανεξάρτητα τελικής επιλογής
ειδικότητας, σε προπτυχιακό επίπεδο. Η συμμετοχή της κληρονομικότητας
περιορίζεται σε Τα παιδιά και οι έφηβοι με καρκίνο πρέπει να φροντίζονται από ομάδα
στην οποία συμμετέχουν γιατροί, νοσηλευτές, ψυχολόγοι, αλλά και λοιπό
διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, που έχει γνώση, αλλά και επίγνωση
και μπορεί να αφιερώσει χρόνο με υπομονή και ενσυναίσθηση σε όλες τις
φάσεις της νόσου. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα έτσι ώστε η
«κανονικότητα» της ζωής να συνεχίζεται και η σχολική εκπαίδευση να μη
διακόπτεται και να προσφέρεται «κατ’ ιδίαν διδασκαλία», όπως ορίζει ο
αντίστοιχος νόμος.
Η φροντίδα δεν περιορίζεται μόνο στο άρρωστο παιδί, αλλά πρέπει να
προσφέρεται σε όλη την οικογένεια, και ιδιαίτερα στους γονείς και στα
αδέλφια, γιατί «όταν νοσεί ένα παιδί από απειλητική για τη ζωή ασθένεια,
πάσχει ολόκληρη η οικογένεια». Επίσης, η φροντίδα πρέπει να συνεχίζεται
και μετά το τέλος της θεραπείας και ιδιαίτερα μετά την ίαση του
παιδιού, η οποία πλέον επιτυγχάνεται σε 4 από τα 5 παιδιά που νοσούν,
έτσι ώστε να διαγιγνώσκονται και να αντιμετωπίζονται έγκαιρα απώτερες
συνέπειες που οφείλονται στην προηγηθείσα θεραπεία.

Οι επόμενες εξελίξεις

Τι άλλο θα μάθουμε για τον καρκίνο στο παιδί και στον έφηβο; Η γνώση
στην παιδιατρική ογκολογία διευρύνεται στον τομέα της διάγνωσης και στη
θεραπευτική επιλογή τόσο στην αρχική διάγνωση όσο και σε φάση ανθεκτικής
νόσου. Κατά τη διάγνωση, εξειδικευμένες μέθοδοι όπως είναι
συγκεκριμένες ανοσοϊστοχημικές εξετάσεις, μοριακές τεχνικές και
συμπληρωματικός έλεγχος με σύγχρονες απεικονιστικές μεθόδους όπως είναι
το ΡΕΤ/CT διάγνωσης, όχι μόνο τροποποιούν το στάδιο της νόσου, αλλά και
τη θεραπευτική επιλογή ανάλογα με τα ευρήματα και κατά την παρακολούθηση
ανάλογα με την απάντηση στη θεραπεία.
Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει συγκεκριμένες μεταλλάξεις σε γονίδια
που προδιαθέτουν σε κάποια μορφή καρκίνου σε 8,5% των παιδιατρικών
ασθενών με καρκίνο. Μεταξύ αυτών συχνότερη μετάλλαξη είναι αυτή που
αφορά το ΤΡ53. Με βάση τα γονιδιακά ευρήματα είναι δυνατόν σε ορισμένους
ασθενείς με νόσο εξ αρχής πολύ επιθετική ή με ανθεκτικότητα/υποτροπή,
να επιλεγεί εξατομικευμένη θεραπεία. Επίσης, σε ορισμένες μορφές
λευχαιμίας όπως είναι η Β προέλευσης οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία CD19
θετική (που είναι ο συχνότερος τύπος στα παιδιά) σε φάση υποτροπής ή επί
ανθεκτικής νόσου, χρησιμοποιείται ειδική ανοσοθεραπεία με μονοκλωνικό
αντίσωμα εναντίον του στόχου CD19. Μια άλλη αποτελεσματική για την ίδια
νόσο θεραπεία είναι με CAR T-κύτταρα (Chimeric Antigen Receptor). Στη
θεραπεία αυτή λαμβάνονται Τ λεμφοκύτταρα του ασθενούς, τα οποία
τροποποιούνται στο εργαστήριο (γίνονται CAR T) και χορηγούνται στον
ασθενή.

Χρυσός κανόνας της παιδιατρικής ογκολογίας στην αρχική φροντίδα του
ασθενούς είναι η σύγχρονη κατάταξη της νόσου σε ομάδα κινδύνου και η
επιλογή θεραπείας με μέγιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα και ελάχιστες άμεσες
και απώτερες παρενέργειες.

iatronet.gr