Ηλικία κατά την πρώτη σεξουαλική επαφή



Πως καθορίζει τη μετέπειτα σεξουαλική ζωή και υγεία της γυναίκας;
Η ολοκλήρωση της βιολογικής ωρίμανσης στο πέρας της εφηβείας σηματοδοτεί την  ερωτική αναζήτηση της γυναίκας, η οποία την οδηγεί στην έναρξη της σεξουαλικής της ζωής.
Έρευνες έχουν αποδείξει πως το χρονικό σημείο της πρώτης σεξουαλικής επαφής μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον τύπο των σχέσεων που αναπτύσσονται στη μετέπειτα ζωή. Παράλληλα φαίνεται να υπάρχει μία στατιστική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας έναρξης των επαφών και της γενικότερης σεξουαλικής συμπεριφοράς που αναπτύσσεται.
Όλα τα παραπάνω συνδιαμορφώνουν τη σεξουαλική ζωή και μπορούν να επηρεάσουν την πιθανότητα εμφάνισης σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.

ΗΛΙΚΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΕΠΑΦΗΣ

Ο μέσος όρος ηλικίας κατά την πρώτη σεξουαλική επαφή στην Ευρώπη είναι περίπου τα 17 έτη, ενώ μέχρι την ηλικία των 18 ετών η πλειοψηφία των γυναικών έχει πραγματοποιήσει το σεξουαλικό της ντεμπούτο.
Το 15% των γυναικών αναφέρουν την πρώτη τους ετεροφυλική κολπική επαφή σε ηλικία μικρότερη των 15 ετών, ηλικία κομβική, η οποία τείνει να αποτελεί το όριο μεταξύ πρώιμης και μη σεξουαλικής έναρξης.
Η πορεία της ηλικιακής καμπύλης με το πέρασμα των ετών είναι σαφώς φθίνουσα, με σταθεροποιητικές ωστόσο τάσεις από τη δεκαετία του 90 και μετά.

ΤΥΠΟΣ ΣΧΕΣΕΩΝ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΕΝΑΡΞΗΣ  ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΖΩΗΣ.

Η πρώιμη ηλικία κατά την πρώτη ερωτική συνεύρεση φαίνεται να αυξάνει την πιθανότητά σύναψης παράλληλων ή σύντομων μονογαμικών σχέσεων κατά τη μετέπειτα ζωή.
Το 25% των γυναικών που αναφέρουν δημιουργία παράλληλων σχέσεων το τελευταίο έτος βρισκόταν σε ηλικία μικρότερη των 15 ετών κατά την πρώτη τους επαφή. Το αντίστοιχο ποσοστό στις γυναίκες με μακροχρόνιες μονογαμικές σχέσεις κυμαίνεται μόνο στο 10%.

ΣΥΝΟΛΟ ΕΡΩΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΕΠΑΦΗΣ.

Έτσι αντιλαμβανόμαστε, πως η πολύ πρώιμη πρώτη σεξουαλική συνεύρεση, μέσω των παραπάνω σχεσιακών μοτίβων, ενδέχεται να συνδέεται συχνότερα με αυξημένο αριθμό συνολικών συντρόφων.
Ενδεικτικά, ενώ ο μέσος όρος των συνολικών συντρόφων κατά τη διάρκεια της ζωής των γυναικών στην Ευρώπη είναι 5, ο αριθμός αυτός ανεβαίνει στους 10 σε περίπτωση πραγματοποίησης παράλληλων σχέσεων, με πτωτικές τάσεις καθώς περνούμε στις μονογαμικές σχέσεις αλλά και στα μεγαλύτερα μεσοδιαστήματα των σχέσεων αυτών.

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ.

Η σεξουαλική συμπεριφορά αποτελεί ίσως το βασικότερο παράγοντα, ο οποίος καθορίζει την πιθανότητα εμφάνισης και διασποράς σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.
Ακόμη και εδώ διαπιστώνονται στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε γυναίκες με πρώιμο και μη σεξουαλικό ντεμπούτο. Οι διαφορές αυτές έχουν να κάνουν τόσο με τον τύπο των ερωτικών σχέσεων που αναπτύσσονται όσο και με την ψυχοσύνθεση των ατόμων, η οποία σε γενικές γραμμές παρουσιάζει διαφορές στις δύο ομάδες.
Έτσι οι παράλληλες ή σύντομες μονογαμικές σχέσεις με μικρό παρεμβαλλόμενο χρονικό διάστημα (<3 nbsp="" strong="">τα οποία εμφανίζουν χρόνο επώασης μεγαλύτερο από το διάστημα αυτό.
Παράλληλα η ψυχοσύνθεση, η οποία συχνά συνδέεται με την πρώιμη σεξουαλική έναρξη φαίνεται να σχετίζεται με ερωτικές συνευρέσεις και ερωτικούς συντρόφους υψηλού ρίσκου.
Την ίδια στιγμή η χρήση του προφυλακτικού δεν φαίνεται να συσχετίζεται. Η μη χρήση προφυλακτικού παραμένει το ίδιο συχνή ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο έναρξης  της σεξουαλικής ζωής αλλά και τον τύπο των αναπτυσσόμενων σχέσεων (25% των γυναικών αναφέρουν τη μη χρήση του το τελευταίο έτος).

ΗΛΙΚΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΚΑΙ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΗΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ.

Ενώ ο κίνδυνος των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων φαίνεται να μεταβάλλεται ανάλογα με τις διαφορετικές ηλικίες έναρξης της σεξουαλικής ζωής, δεν ισχύει το ίδιο για τον κίνδυνο ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, ο οποίος είναι ακόμη πιο πολυπαραγοντικός και εμφανίζει διακυμάνσεις.
Ναι μεν αυτός είναι σαφώς αυξημένος σε γυναίκες με ηλικία έναρξης της σεξουαλικής τους ζωής μικρότερη από τα 15 έτη (περίοδος κατά την οποία παρατηρείται πολύ μικρή συχνότητα χρήσης αντισυλληπτικών δισκίων), ωστόσο αργότερα ο κίνδυνος αυτός εκτός από ηλικιακά επηρεάζεται και από κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά, τα οποία περιπλέκουν την αξιολόγησή του.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τα διαθέσιμα ιατρικά και στατιστικά δεδομένα συνηγορούν με την άποψη πως το χρονικό σημείο του σεξουαλικού ντεμπούτου αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα, ο οποίος συχνά επηρεάζει το μοτίβο των ενήλικων ερωτικών σχέσεων, την σεξουαλική συμπεριφορά καθώς επίσης και τον κίνδυνο ανεπιθύμητων εγκυμοσυνών αλλά και διασποράς σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων.

Η ηλικία των 15 ετών φαίνεται να είναι κομβική και συνήθως σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μία περισσότερο ώριμη περίοδο, όπου η νεαρή κοπέλα συνειδητοποιημένη και συναισθηματικά καλλιεργημένη ΕΠΙΛΕΓΕΙ να ξεκινήσει την ερωτική της δραστηριότητα. Μακριά από επιπολαιότητες, αντιδραστικές συμπεριφορές και υποκύψεις στα ¨Θέλω¨ και τα ¨Πρέπει¨ συντρόφων και φίλων η νεαρή κοπέλα από την ηλικία των 16 ετών και μετά θέτει με καλύτερες προϋποθέσεις τα θεμέλια για μία υγιή σεξουαλική ζωή.

Ιωάννης Κ. Ράπτης,
Μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος

iator.gr