Επίσης, όπως διαπιστώθηκε από μια Δανέζικη μελέτη, που βασίστηκε σε δεδομένα πάνω από 100.000 ανθρώπων, η συγκεκριμένη ομάδα ασθενών παρουσιάζει συχνότερα πόνο στην πλάτη, στον ώμο και στον αυχένα.
Όπως επισημαίνει ο ορθοπαιδικός χειρουργός Δρ. Αθανάσιος Τσουτσάνης, στο παρελθόν ερευνητές παρατήρησαν ότι οι πάσχοντες από διαβήτη είναι πιθανότερο να αναφέρουν μυοσκελετικό πόνο από ό,τι τα άτομα χωρίς τη νόσο. Ωστόσο δεν είναι σαφές, εάν αυτή η αύξηση οφείλεται σε αυξημένο κίνδυνο χρόνιων παθήσεων των οστών και των αρθρώσεων. Η διευκρίνιση αυτή αποτέλεσε τον στόχο μιας επιστημονικής ομάδας από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Nordsjaellands στο Hillerød της Δανίας. Αφού επεξεργάστηκαν  στοιχεία 109.218 ατόμων ηλικίας 40 ετών και άνω, εκτός από τη διαπίστωση ότι το 8,5% διαγνώστηκε με διαβήτη, ότι οι περισσότεροι ήταν άνδρες, μεγαλύτερης ηλικίας και με υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος, παρατήρησαν και ότι ήταν πιθανότερο να πάσχουν από οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα και οστεοπόρωση.
Ειδικότερα τα αποτελέσματα, που παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Μελέτη του Διαβήτη (European Association for the Study of Diabetes), το οποίο διεξήχθη στο Βερολίνο, έδειξαν ότι τα άτομα με διαβήτη είχαν 33% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν οστεοαρθρίτιδα, 70% ρευματοειδή αρθρίτιδα και 29% οστεοπόρωση.
Η οστεοαρθρίτιδα και η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι δύο από τους 100 και πλέον τύπους αρθρίτιδας που γνωρίζουμε. Και οι δύο μπορούν να προκαλέσουν οίδημα, πόνο, δυσκαμψία και μειωμένο εύρος κίνησης, συμπτώματα που διαφέρουν σε ένταση και δεν είναι μόνιμα, αλλά υπόκεινται σε περιόδους ύφεσης και έξαρσης. Σε προχωρημένα στάδια επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Η συχνότερη μορφή αρθρίτιδας είναι η οστεοαρθρίτιδα. Όταν ο ασθενής δυσκολεύεται σημαντικά ή αδυνατεί να ακολουθήσει την καθημερινότητά του χωρίς να υποφέρει, υποβάλλεται σε χειρουργική επέμβαση για την αντικατάσταση της άρθρωσης. Η αρθροπλαστική αποκαθιστά τη λειτουργικότητα της πάσχουσας άρθρωσης και έχει αποδειχθεί ότι, όσοι υποβάλλονται σ’ αυτήν, μειώνουν τον κίνδυνο για καρδιακή ανεπάρκεια, διαβήτη και κατάθλιψη. Όταν, δε, πραγματοποιείται με τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας, ο ασθενής αναρρώνει γρηγορότερα, χωρίς (ιδιαίτερο) μετεγχειρητικό πόνο και επιστρέφει συντομότερα στην καθημερινότητά του, διότι κατά την επέμβαση δεν κόβονται ή αποκολλούνται μύες, απλά παρεκτοπίζονται.
Στην ρευματοειδή αρθρίτιδα, για τη θεραπεία της προσβεβλημένης άρθρωσης, η αρθροπλαστική έχει αποδειχθεί ότι είναι η πιο επιτυχημένη επέμβαση στους ασθενείς, που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο.
Στην οστεοπόρωση, που ευθύνεται για κατάγματα στο ισχίο, στη σπονδυλική στήλη και στον καρπό, πολλές φορές οι ασθενείς χρειάζονται χειρουργική επέμβαση για την αποκατάστασή τους. «Όσον αφορά στο ισχίο, το είδος της επέμβασης που θα πραγματοποιηθεί, δηλαδή ημιαρθροπλαστική, ολική αρθροπλαστική ή εσωτερική οστεοσύνθεση, εξαρτάται από την ηλικία, τη σοβαρότητα και τη θέση του κατάγματος», διευκρινίζει ο Δρ. Τσουτσάνης.
Οι συγγραφείς της μελέτης πιστεύουν ότι η ιδιαίτερα έντονη σχέση μεταξύ της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και του διαβήτη μπορεί να οφείλεται στην παρουσία χρόνιας φλεγμονής και στις δύο παθήσεις. Ή ενδεχομένως να οφείλεται στο ότι τα φάρμακα (στεροειδή), που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2.
Τέλος, μια άλλη πιθανή αιτία είναι η αδυναμία των ανθρώπων, που υποφέρουν απ’ αυτές τις παθήσεις των αρθρώσεων, να ασκηθούν, λόγω του πόνου που βιώνουν, υπονομεύοντας, έτσι, την υγεία τους και την πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη. Εξάλλου, όσοι διαβητικοί ασθενείς ασκούνταν πιο εντατικά, είχαν μειωμένο κίνδυνο πόνου στην πλάτη, στους ώμους και στον αυχένα.

healthmag.gr