Ο ρόλος του βουτυρικού οξέος στην καλή λειτουργία του παχέος εντέρου



Το βουτυρικό οξύ ανήκει στην ομάδα λιπαρών οξέων βραχέως αλύσου (short-chain fatty acids). Τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου είναι πολύ σημαντικά για την καλή λειτουργία αλλά και ακεραιότητα του βλεννογόνου του παχέος εντέρου. Σε αυτήν την ομάδα εκτός του βουτυρικού ανήκουν το προπιονικό, το οξικό οξύ και αποτελούν μεταβολικά προϊόντα των διαιτητικών ινών που αποδομούνται στο παχύ έντερο.
Αυτοί οι μεταβολίτες επιδρούν επάνω στον εντερικό βλεννογόνο, αλλά επίσης διαχέονται  διαμέσου αυτού, προκαλώντας διέγερση των εντερικών και ανοσολογικών συστημάτων –υποδοχέων. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι G-protein –coupled receptors 41 και 43 (GPR41 KAI GPR43 αντίστοιχα) ενεργοποιούνται από το οξικό και προπιονικό οξύ, ενώ GPR109A είναι ειδικός υποδοχέας για το βουτυρικό (Thangaraju et al. 2009). Η σχέση των βραχείας  αλύσου λιπαρών οξέων με συγκεκριμένα νευροπεπτίδια έχει επίσης μελετηθεί τόσο στην παραγωγή τους όσο και στην αναστολή έκκρισής τους, γεγονός σημαντικό στην ανοσιακή  απόκριση και μεταφορά ερεθισμάτων από και προς το εντερικό –μυεντερικό νευρικό σύστημα.
Πιο συγκεκριμένα, το βουτυρικό οξύ  έχει βρεθεί, όπως προαναφέρθηκε, ότι ενεργοποιεί  τον ειδικό υποδοχέα GPR109A, σημαντικό  παράγοντα για την  μείωση της εντερικής φλεγμονής και αναστολή της ενεργοποίησης των μαστοκυττάρων και αποκοκκίωσής τους.(Digby et al. 2012). Οι  ισχυρές αντιφλεγμονώδεις  ιδιότητες του βουτυρικού οξέος αλλά και η συμμετοχή του σε ανοσορρυθμιστικές και αντιφλεγμονώδεις διαδικασίες έχουν σαν αποτέλεσμα την επούλωση των βλεννογονικών αλλοιώσεων, την διέγερση  στην παραγωγή βλέννας (Rabbani GH et al . 1997) και την καλύτερη απορρόφηση νερού και ηλεκτρολυτών, γεγονότα  κριτικής σημασίας για την στιλπνότητα και προστασία-ακεραιότητα του εντερικού βλεννογόνου.
Γενικά τα βραχείας αλύσου λιπαρά οξέα ασκούν ευεργετικό ρόλο στην καλή λειτουργία του εντέρου ως προϊόντα απόδομης πεπτικών ινών. Η χορήγηση προβιοτικών, επίσης  συμβάλλει στην μεγαλύτερη παραγωγή αυτών των λιπαρών οξέων στο παχύ έντερο.
Επιπροσθέτως, όλο  και περισσότερο πληθαίνουν οι αναφορές για τον ευεργετικό ρόλο του βουτυρικού οξέος  σε νοσήματα και καταστάσεις του παχέος εντέρου όπου  φαίνεται να είναι  αποτελεσματικό στη  βελτίωση των συμπτωμάτων, όπως διάρροια, κοιλιακό άλγος και αίσθημα δυσφορίας. Βοηθά στα συμπτώματα του ευερέθιστου εντέρου σε κάποιες κατηγορίες ασθενών  αλλά και στα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα όπου  μπορεί να δράσει επικουρικά με την κύρια  φαρμακευτική θεραπεία.
Ήδη υπάρχουν σκευάσματα στην αγορά που περιέχουν σε κατάλληλες ποσότητες βουτυρικό οξύ σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, όπως προβιοτικά  και πρεβιοτικά και έχει μεγάλο ενδιαφέρον οι ιατροί των ειδικοτήτων που ασχολούνται με τέτοια νοσήματα του πεπτικού να καταθέσουν την κλινική τους εμπειρία  από την αντιμετώπιση, δύσκολη είναι η αλήθεια, αυτών των ασθενών, ενώ περισσότερες μελέτες διεξάγονται με σκοπό την καλύτερη τεκμηρίωση στην συνεισφορά του βουτυρικού οξέος στην καλύτερη λειτουργία του παχέος εντέρου.

Ιωάννης Γ. Καλλιακμάνης

Γαστρεντερολόγος MD,PhD, Συνεργάτης  ΥΓΕΙΑ

iatronet.gr