Οι αιτίες, τα συμπτώματα και η θεραπευτική αντιμετώπιση

Η νόσος
Peyronie (ινώδης σκλήρυνση του πέους) είναι μια δυσμορφική πάθηση του
πέους που πλήττει περίπου έναν στους δέκα άνδρες σήμερα και
χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση ινώδους ιστού στον ινώδη χιτώνα των
σηραγγωδών σωμάτων του πέους. Τα κύρια συμπτώματά της είναι η τοπική
απώλεια ελαστικότητας και ο πόνος, η εμφάνιση παραμόρφωσης (κάμψης)
σύστοιχα κατά τη στύση, η επώδυνη στύση και η στυτική δυσλειτουργία. Ο
πόνος και η προοδευτική παραμόρφωση του πέους είναι δύο χαρακτηριστικά
που γίνονται εμφανή στο πρώτο στάδιο της νόσου (<12 μήνες), ενώ η
υποχώρηση του πόνου και η μείωση ή η σταθεροποίηση της πεϊκής
παραμόρφωσης και της ινώδους πλάκας χαρακτηρίζουν το τελευταίο στάδιο
(>12 μήνες).
Αν και τα αίτια της νόσου δεν είναι απολύτως εξακριβωμένα, η
επικρατέστερη άποψη είναι ότι οφείλεται σε τραυματισμό του ινώδους
χιτώνα του πέους, οξύ (κάταγμα πέους) ή αθροιστικό (μικροτραυματισμοί
κατά τη σεξουαλική ζωή του άνδρα), ο οποίος οδηγεί στην ανάπτυξη
ουλώδους ιστού (πλάκες). Επιπρόσθετα, οι άνδρες που πάσχουν από τη
συγκεκριμένη νόσο δεν είναι απίθανο να παρουσιάσουν συννοσηρότητα και με
άλλες παθήσεις όπως η νόσος Dupuytren (πάθηση που συνδέεται με την
παραγωγή κολλαγόνου), ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η δυσλιπιδαιμία
και ο υπογοναδισμός.

Οι δύο βασικότεροι πυλώνες για την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση της
νόσου είναι η σωστή ιατρική εκτίμηση και η επιλογή της κατάλληλης
θεραπείας, με τη συνεργασία ασθενούς και εξειδικευμένου
ουρολόγου-ανδρολόγου.

Το επόμενο βήμα είναι η θεραπευτική αντιμετώπιση, αφού ο ασθενής
«βιάζεται» να βρει τη λύση για να επανέλθει στη σεξουαλική του ζωή, που
σημαίνει καλή στύση που διαρκεί, χωρίς την παραμόρφωση του πέους και τον
πόνο. Οσον αφορά τις μορφές θεραπείας, αυτές είναι: α) από το στόμα, β)
οι τοπικές, γ) οι θεραπείες εξωτερικής ενέργειας και δ) οι χειρουργικές
επεμβάσεις. Σε γενικές γραμμές, η επιλογή θεραπειών που δεν απαιτούν
χειρουργική επέμβαση γίνεται σε άνδρες που βρίσκονται στην πρώιμη φάση
της νόσου, δηλαδή κάτω από 12 μήνες.
Οι θεραπείες από το στόμα αποτελούν την πρώτη μας επιλογή σε ασθενείς
που βρίσκονται στην οξεία φάση της νόσου. Αν και δεν θεωρούνται οι πλέον
αποτελεσματικές για την αντιμετώπιση της παραμόρφωσης του πέους,
βελτιώνουν τα συμπτώματα και την πεϊκή κάμψη σε ποσοστό που φτάνει και
στο 50%. Κάποιες από τις ουσίες που χορηγούνται από το στόμα είναι η
κολχικίνη, το Potaba, η βιταμίνη Ε και οι αναστολείς φωσφοδιεστεράσης
τύπου 5 (PDE-5), χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποια ή ποιος συνδυασμός
υπερτερεί των υπολοίπων.

Οι τοπικές θεραπείες αποτελούν μια εναλλακτική, μη χειρουργική
θεραπευτική προσέγγιση και περιλαμβάνουν την εφαρμογή της ιατρικής
θεραπείας απευθείας στις πεϊκές πλάκες. Το κύριο πλεονέκτημά τους σε
σύγκριση με τη στοματική θεραπεία είναι ότι επιτρέπουν την άμεση
απελευθέρωση ουσιών (π.χ. κορτικοστεροειδή, κολλαγενάση, αναστολείς
διαύλων ασβεστίου, ιντερφερόνες) στο σημείο της παθογένειας και σε
υψηλότερη συγκέντρωση από εκείνη που χορηγείται μέσω των θεραπειών από
το στόμα. Στις θεραπείες εξωτερικής ενέργειας περιλαμβάνονται η
ιοντοφόρηση, η θεραπεία με κρουστικά κύματα, οι συσκευές ευθυγράμμισης
πέους και η ακτινοθεραπεία. Και αυτές έχουν ως στόχο να κατευθύνουν το
θεραπευτικό τους αποτέλεσμα τοπικά στο σημείο της παθογένειας.

Η πλέον σίγουρη λύση που επιτυγχάνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα είναι
η χειρουργική θεραπεία. Οι τεχνικές που εφαρμόζονται είναι αρκετές
(συρραφή, τομή ή εκτομή της πλάκας και τοποθέτηση μοσχεύματος και η
τοποθέτηση ενδοπεϊκής πρόθεσης) και η επιλογή της κατάλληλης είναι
ύψιστης σημασίας. Η συρραφή εφαρμόζεται σε ασθενείς με μικρού βαθμού
κάμψη του πέους, ενώ οι πεϊκές προθέσεις τοποθετούνται σε ασθενείς που
παρουσιάζουν συγχρόνως και στυτική δυσλειτουργία. Η τεχνική με τη
μικρότερη πιθανότητα για σμίκρυνση του πέους -κάτι που αποτελεί πηγή
ανησυχίας για αρκετούς ασθενείς- είναι η θεραπεία με μόσχευμα, η οποία
και εφαρμόζεται με σκοπό τη διατήρηση ή την αποκατάσταση του μήκους του
πέους. Τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης επέμβασης είναι ότι
διορθώνεται η μεγάλου βαθμού κάμψη, χωρίς να επηρεάζεται το μέγεθος του
πέους. Η επιλογή της χειρουργικής επέμβασης γίνεται μόνο στις
περιπτώσεις όπου η νόσος έχει σταθεροποιηθεί, ώστε να αποφευχθεί η
υποτροπή, σε άνδρες στους οποίους η συνουσία είναι αδύνατη εξαιτίας της
μεγάλης κάμψης του πέους.

Καταλήγοντας, είναι σημαντικό ο ασθενής να γνωρίζει ότι μια μικρή κάμψη
του πέους (<20) μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται και μετά την
επέμβαση, όπως επίσης και ένας βαθμός στυτικής δυσλειτουργίας. Γι’ αυτό
είναι απαραίτητο να εξεταστούν και να συζητηθούν διάφοροι εμπλεκόμενοι
παράγοντες μεταξύ ασθενούς και ιατρού, συμπεριλαμβανομένων της ηλικίας,
της στυτικής λειτουργίας προεγχειρητικά και των ειδικών χαρακτηριστικών
της νόσου. Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας και η αποτελεσματικότητά
της δεν περιορίζουν μόνο τα σωματικά συμπτώματα, αλλά και τα ψυχολογικά,
τα οποία πολλές φορές παραβλέπονται τόσο από τον ασθενή όσο και από τον
θεράποντα ιατρό και υπονομεύουν την ποιότητα της σεξουαλικής και
ερωτικής ζωής του ασθενούς και της συντρόφου του.

Κάθε πέος που στραβώνει πολλές φορές «στραβώνει» και την ψυχή του άνδρα
που υποφέρει, αλλά και της γυναίκας που δεν μπορεί να δεχτεί την πεϊκή
διείσδυση μέσα της, κάνοντας τη σχέση ουσιαστικά αδελφική, αλλά και
απελπιστική στην αναζήτηση του σεξ.


Από τον δρα Θάνο Ε. Ασκητή
νευρολόγο-ψυχίατρο, πρόεδρο του Ινστιτούτου
Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας





protothema.gr