Ορμόνες και καρδιά



Ο όρος καρδιομεταβολικός κίνδυνος περιγράφει την πιθανότητα εμφάνισης βλάβης είτε στην καρδιά είτε στα αγγεία όταν υπάρχουν στον συγκεκριμένο ασθενή συνήθως περισσότεροι του ενός επιβαρυντικοί παράγοντες.
Στους επιβαρυντικούς παράγοντες, ή αλλιώς παράγοντες κινδύνου, περιλαμβάνονται η παχυσαρκία, τα υψηλά επίπεδα κακής (LDL) χοληστερίνης, τα χαμηλά επίπεδα καλής (HDL) χοληστερίνης, η υψηλή αρτηριακή πίεση, καθώς και η αντίσταση στην ινσουλίνη. Κάθε ένας από τους αναφερόμενους παράγοντες έχει αναφερθεί ότι από μόνος του επιβαρύνει την καρδιαγγειακή λειτουργία αλλά ο συνδυασμός τους αυξάνει σημαντικά την εμφάνιση καρδιαγγειακού ή και εγκεφαλικού επεισοδίου.
Οι όροι μεταβολικό σύνδρομο, σύνδρομο Χ, καρδιομεταβολικό σύνδρομο και σύνδρομο ινσουλινοαντίστασης είναι περιγραφές που συχνά χρησιμοποιούνται εναλλακτικά για να δηλώσουν την ύπαρξη πολλαπλών παραγόντων επικινδυνότητας.
**Ποιοι βρίσκονται σε κίνδυνο;
Τα άτομα που είναι παχύσαρκα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακού επεισοδίου, εγκεφαλικού, καθώς και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2-ινσουλινοάντοχου, γιατί η αύξηση του βάρους και η συνακόλουθηση αύξηση του λιπώδους ιστού παίζουν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που η ινσουλίνη δρα στον οργανισμό.
Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται στο πάγκρεας και έχει άμεση δράση στο μεταβολισμό του σακχάρου και του λίπους (χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων) στο αίμα. Με την αύξηση του βάρους η ινσουλίνη γίνεται λιγότερο δραστική, με αποτέλεσμα περισσότερο σάκχαρο να βρίσκεται στο αίμα και να μη διοχετεύεται στους ιστούς. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται σαν αντίσταση στην ινσουλίνη και οδηγεί προοδευτικά στην ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη. Επιπλέον, στα άτομα με ινσουλινοαντίσταση παρατηρείται πολύ πιο συχνά αρτηριακή υπέρταση.
Ωστόσο, ινσουλινοαντίσταση εμφανίζεται αρκετά συχνά και σε άτομα που δεν είναι παχύσαρκα, αυξάνοντας τον κίνδυνο καρδιομεταβολικού συμβάντος στο ίδιο ποσοστό με τα άτομα με αυξημένο σωματικό βάρος.
**Πώς αναγνωρίζεται ο κίνδυνος;
Τα άτομα με καρδιομεταβολικό κίνδυνο συγκεντρώνουν διάφορους παράγοντες κινδύνου. Αν και μερικές φορές φαίνεται ότι αναγνωρίζουμε μόνο έναν παράγοντα κινδύνου, αν εξετάσουμε πιο προσεκτικά υπάρχουν και άλλοι. Ο συνδυασμός διαφορετικών παραγόντων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να αυξηθεί τελικά ο καρδιομεταβολικός κίνδυνος.
**Πώς αντιμετωπίζεται;
Η αντιμετώπιση του καρδιομεταβολικού κινδύνου επιτυγχάνεται με την επαναφορά των παραγόντων κινδύνου εντός των φυσιολογικών ορίων. Αλλαγές στο διαιτολόγιο, τακτική άσκηση, καθώς και αλλαγές στον τρόπο ζωής είναι τα πρώτα βήματα για να επιτύχουμε μείωση του σωματικού βάρους σε περιπτώσεις παχυσαρκίας. Ωστόσο, αν υπάρχουν και άλλα προβλήματα υγείας, όπως π.χ. σακχαρώδης διαβήτης ή καρδιακή νόσος, είναι απαραίτητη και η φαρμακευτική θεραπεία που σκοπό θα έχει είτε να αυξήσει την καλή χοληστερίνη είτε να ελαττώσει την κακή χοληστερίνη, τα τριγλυκερίδια, την αρτηριακή πίεση και το σάκχαρο αίματος. Ολες οι θεραπείες πρέπει να είναι εξατομικευμένες και χρειάζεται στενή συνεργασία ιατρού και ασθενούς για την εύρεση της κατάλληλης θεραπείας.
**Τι ποσοστό βελτίωσης αναμένουμε με αλλαγές στον τρόπο ζωής και τη χορήγηση κατάλληλης φαρμακευτικής θεραπείας;
Από τις μεγαλύτερες αλλαγές που μπορεί να γίνουν για να ελαχιστοποιηθεί ο καρδιομεταβολικός κίνδυνος είναι να υιοθετηθεί ένας πιο υγιής τρόπος ζωής. Δηλαδή, να προσπαθεί ο ασθενής να μην αυξήσει το σωματικό του βάρος, να ασκείται, να καταναλώνει μια ισορροπημένη δίαιτα, να μην καπνίζει και να διατηρεί μια μέτρια κατανάλωση στο αλκοόλ. Η μείωση του σωματικού βάρους αποτελεί τις περισσότερες φορές τον ακρογωνιαίο λίθο για την επιτυχία.
Σε περιπτώσεις καρδιακού ή εγκεφαλικού επεισοδίου, η καθοδηγούμενη από τον θεράποντα ιατρό φαρμακευτική αγωγή είναι συνήθως απαραίτητη.
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΓΙΑ ΚΑΡΔΙΟΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΕΠΙΘΥΜΗΤΑ ΟΡΙΑ
ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ – ΔΕΙΚΤΗΣ ΜΑΖΑΣ ΣΩΜΑΤΟΣ
(υπολογίζεται σύμφωνα με το ύψος και το βάρος) 18,5-24,9
ΚΑΚΗ ΧΟΛΗΣΤΕΡΙΝΗ
LDL cholesterol <110-120 mg/dl
ΚΑΛΗ ΧΟΛΗΣΤΕΡΙΝΗ
στους άνδρες >40 mg/dl
στις γυναίκες >50 mg/dl
ΤΡΙΓΛΥΚΕΡΙΔΙΑ <150 mg/dl
ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΠΙΕΣΗ
ΔΙΑΣΤΟΛΙΚΗ <80 mmHg
ΣΥΣΤΟΛΙΚΗ <120 mmHg
ΓΛΥΚΟΖΗ ΑΙΜΑΤΟΣ-ΝΗΣΤΕΙΑΣ 70-100 mg/dl
Φυσιολογικά όρια μετά από 8ωρη νηστεία


Ιωάννης Λεγάκης


iator.gr