Πονοκέφαλος οι συχνές κεφαλαλγίες



Οι πρωτοπαθείς κεφαλαλγίες (δηλαδή αυτές που δεν έχουν συγκεκριμένο παθολογικό αίτιο) αποτελούν το συχνότερο νευρολογικό νόσημα. Ο ετήσιος επιπολασμός στη χώρα μας είναι περίπου 30%, δηλαδή, μέσα σ’ ένα χρόνο, 30 Ελληνες στους 100 παρουσιάζουν πονοκέφαλο. Οι δε γυναίκες παρουσιάζουν πονοκέφαλο δύο φορές πιο συχνά απ’ ό,τι οι άνδρες. Αυτά τα ποσοστά είναι μικρότερα από τα ποσοστά της υπόλοιπης Ευρώπης και των ΗΠΑ, όπου κυμαίνονται από 40% έως και 80%.
Τις κεφαλαλγίες μπορούμε να τις κατατάξουμε πολύ χοντρικά σε κεφαλαλγίες που προέρχονται από αγγειακό μηχανισμό, όπως η ημικρανία και σε κεφαλαλγίες με μυϊκό κατά κύριο λόγο μηχανισμό, όπως είναι οι κεφαλαλγίες τύπου τάσεως. Υπάρχουν και άλλες πολλές φυσικά που εμφανίζονται λόγω φλεγμονής, όπως σε μια μηνιγγίτιδα ή λόγω πίεσης – φλεγμονής, όπως στην περίπτωση ενός όγκου.
Επίσης ένα τεράστιο και όλο πιο αυξανόμενο πρόβλημα φαίνεται να είναι οι φαρμακογενείς κεφαλαλγίες. Αυτές οφείλονται στην όλο και πιο άμετρη κατανάλωση κυρίως των μη στεροειδών αντιφλεγμονοδών ουσιών, (σαλικυλικό νάτριο, παρακεταμόλη κ.τ.λ.), δηλαδή των κοινών παυσίπονων, φάρμακα ευρείας κατανάλωσης που τα βρίσκουμε και στα περίπτερα.
Περίπου το 30% των κεφαλαλγιών (πονοκεφάλων) είναι ημικρανίες και είναι δύο φορές συχνότερες στις γυναίκες. Η ημικρανία μερικές φορές μπορεί να πάρει δραματικό χαρακτήρα γιατί μπορεί να συνοδεύεται από ναυτία και εμετό, καθώς και από πόνο κυρίως παλμικού χαρακτήρα. Αυτό ενίοτε μπορεί να παραταθεί και για μερικές ημέρες. Πριν από την εμφάνιση του πόνου μπορεί να εμφανιστούν πρόδρομα συμπτώματα, τα οποία τα ονομάζουμε ημικρανική «αύρα». Η αύρα οφείλεται στον αρχικό σπασμό των αρτηριών με αποτέλεσμα να έχουμε νευρολογικά συμπτώματα από κακή αιμάτωση περιοχών του εγκεφάλου ή και των οφθαλμών. Ετσι μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα όπως σκοτεινά σημεία με φωτεινά περιγράμματα, κάτι σαν αστραπές μπροστά στα μάτια, παροδική τύφλωση, μουδιάσματα στα άκρα ή στο μισό σώμα και ακόμη και μερική παράλυση ενός άκρου. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί η ημικρανική αύρα χωρίς να ακολουθήσει ο πόνος, δηλαδή αυτό που όλοι γνωρίζουν και περιμένουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει δυσκολία στη διάγνωση και είναι απαραίτητη η γνώμη ενός ιδιαίτερα εξειδικευμένου γιατρού. Ευτυχώς συνήθως η διάρκεια της ημικρανικής αύρας δεν ξεπερνά τα 15 έως και 30 λεπτά και είναι χαρακτηριστική πριν από την εμφάνιση του ημικρανικού πόνου.
Οπότε μπορούμε να διαχωρίσουμε την ημικρανία σε μια μορφή στην οποία προηγείται αύρα και σε μια μία όπου δεν εμφανίζεται η σειρά των πρόδρομων ενοχλημάτων παρά μόνο ο ημικρανικός πόνος.
Σήμερα υπάρχουν αποτελεσματικότατες τεχνικές πρόληψης και αντιμετώπισης των ημικρανικών επεισοδίων με εξαιρετικά αποτελέσματα.
Για το οξύ περιστατικό έχουν αναπτυχθεί φάρμακα όπως οι τριπτάνες, οι οποίες δεν είναι απλά παυσίπονες αλλά δρουν στον τελικό μηχανισμό που δημιουργεί τα επώδυνα συμπτώματα. Είναι φάρμακα που σφίγγουν τα αγγεία και έτσι εμποδίζουν τη φάση αγγειοδιαστολής που συνοδεύεται από πόνο. Επίσης υπάρχουν φάρμακα τα οποία δεν έχουν καμία άμεση επίδραση αλλά η συστηματική χρήση τους για μερικούς μήνες ελαττώνει την ένταση και τη συχνότητα των ημικρανιών. Δηλαδή έχουν σαν αποτέλεσμα να εμφανίζονται πολύ αραιά και με μικρή ένταση πόνου. Σε αυτή την κατηγορία βρίσκονται παλαιά φάρμακα όπως οι β-αναστολείς, οι ανταγωνιστές ιόντων ασβεστίου και πιο καινούργια όπως η τοπιραμάτη.
Η κληρονομικότητα
Τον τελευταίο καιρό έχει εντοπιστεί ότι η υπερευαισθησία που έχουν τα άτομα με ημικρανία είναι ένα πρόβλημα στους διαύλους ορισμένων ιόντων στην κυτταρική μεμβράνη. Αυτό το πρόβλημα κληρονομείται.
Με απλά λόγια, η ημικρανία είναι μια κληρονομική πάθηση που μεταφέρεται γονιδιακά και όχι μια επίκτητη πάθηση. Φυσικά, υπάρχουν παράγοντες από το εξωτερικό περιβάλλον που θα πυροδοτήσουν την εμφάνισή της.
Με αυτά τα καινούργια δεδομένα έχει αρχίσει να γίνεται προσπάθεια ανάπτυξης καινούργιων φαρμακευτικών σκευασμάτων που να μπορούν να παρεμβαίνουν πιο επιλεκτικά στη συγκεκριμένη δυσλειτουργία. Εκτός από τα χημικά σκευάσματα υπάρχουν και φυσικές ουσίες οι οποίες παρουσιάζουν αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα, όπως η ριβοφλαβίνη, η μελατονίνη, τα φυτοθεραπευτικά σκευάσματα από Tanacetum Parthenium, Petaloside, gingiber officinalis, το συνένζυμο Q10. Αυτά πρέπει να χορηγούνται από άτομα που έχουν σωστή γνώση της δράσης τους και αφού έχει γίνει σωστή διάγνωση.