Το περιστασιακό πιπίλισμα του αντίχειρα είναι ένα τόσο συνηθισμένο
αναπτυξιακό φαινόμενο των πρώτων χρόνων της παιδικής ηλικίας
(παρουσιάζεται περίπου στο 40% των παιδιών μεταξύ 2 και 7 ετών), ώστε αν
συμβαίνει μεμονωμένα – χωρίς άλλη εκδήλωση συμπτωμάτων άγχους – δεν
πρέπει να ανησυχούν ιδιαίτερα οι γονείς.
Έχει υποστηριχθεί ότι η γένεση και η διατήρηση της συνήθειας του
πιπιλίσματος του αντίχειρα μπορεί να εξηγηθεί με βάση τη θεωρία της
μάθησης. Η εσωτερική ένταση της πείνας στο νεογέννητο βρέφος
ακολουθείται χρονικά από το θηλασμό (είτε από το στήθος της μητέρας είτε
από το μπιμπερό). Το μωρό θηλάζει και η λήψη της τροφής ακολουθείται
από τη ροή του σάλιου και, τελικά, από τη μείωση έντασης της πείνας
(μείωση της εσωτερικής έντασης). Αποτέλεσμα αυτής της τοποχρονικής
συνεξάρτησης ανάμεσα στο πιπίλισμα και στη μείωση της πείνας είναι ότι η
εσωτερική ένταση της πείνας οδηγεί στο πιπίλισμα του αντίχειρα, το
οποίο με τη σειρά του προκαλεί τη ροή σάλιου και τη μείωση της πείνας.
Σε αυτή την αναπτυξιακή φάση, το παιδί φέρνει συχνά το δάκτυλό του στο
στόμα του και έτσι είναι εύκολο να αρχίσει να πιπιλίζει το δάκτυλό του
ως υποκατάστατο της ρώγας.
Είναι δύσκολο να εξηγήσουμε γιατί ορισμένα παιδιά δεν πιπιλίζουν τον αντίχειρά τους.
Έχει αποδειχθεί ότι τα παιδιά που πιπιλίζουν και τα παιδιά που δεν
πιπιλίζουν τον αντίχειρά τους δε διαφέρουν σημαντικά σε μια σειρά από
χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Ίσως τα παιδιά έχουν ανάγκη να
πιπιλίζουν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα κάθε μέρα. Σύμφωνα με αυτή
την άποψη, αν δεν αφήνουμε το παιδί να πιπιλίσει αρκετά κατά τη λήψη της
τροφής, αυξάνονται οι πιθανότητες να πιπιλίσει τον αντίχειρά του.
Οι γονείς, συνήθως, για να ξεριζώσουν αυτές τις «άσχημες» συνήθειες,
χρησιμοποιούν μεθόδους που φαίνονται ως «απλές» τεχνικές τροποποίησης
της συμπεριφοράς. Χτυπούν, χλευάζουν ή επικρίνουν το παιδί. Ιδιαίτερα
προσφιλής μέθοδος είναι η αποστροφική συνεξάρτηση: αλείφουν τον
αντίχειρα με κάτι που έχει πικρή γεύση (π.χ. κινίνο), ώστε το πιπίλισμα
να είναι κάτι δυσάρεστο. Έχει αποδειχθεί ότι το πιπίλισμα μπορεί να
τεθεί υπό έλεγχο, με τη χρήση της αρνητικής ενίσχυσης ως εξής: Ένα
τηλεοπτικό πρόγραμμα – το πιο αγαπημένο του παιδιού – διακόπτεται
προσωρινά κάθε φορά που βάζει τον αντίχειρα στο στόμα. Καθώς κάθε κίνηση
του αντίχειρα προς το στόμα ακολουθείται από διακοπή της ψυχαγωγίας, η
τάση του παιδιού για πιπίλισμα ελαττώνεται δραστικά.
Αυτές οι μέθοδοι (τιμωρία, αποστροφικά σκευάσματα, στέρηση προνομίων)
δεν συνιστώνται για χρήση από τους γονείς. Η τιμωρία είναι «απλή», μόνο
με την έννοια ότι δεν απαιτεί πολλή σκέψη ή ευρηματικότητα.
Αυτή η «απλότητα» όμως είναι απατηλή, καθώς μπορεί να έχει πολύπλοκα,
ακόμη και παράδοξα, αποτελέσματα, επιτείνοντας μερικές φορές την
συγκεκριμένη συμπεριφορά που οι γονείς θέλουν να εξαλείψουν.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι το πιπίλισμα του αντίχειρα δεν είναι τόσο
σημαντικό, ώστε να απαιτεί τέτοιες δραματικές (ή δραστικές) μεθόδους –
ιδιαίτερα, αν αυτές αποβαίνουν σε βάρος των καλών σχέσεων γονέων
παιδιού.
Αν θεωρούμε πραγματικά αναγκαίο να απαλλάξουμε το παιδί από τη συνήθεια
(για παράδειγμα, αν το ίδιο ζητάει βοήθεια), υπάρχουν πολλές θετικές
μέθοδοι διαθέσιμες. Ο ψυχολόγος Gerald Patterson περιγράφει ένα
πρόγραμμα για την αντιμετώπιση του πιπιλίσματος του αντίχειρα στο βιβλίο
του «οικογένειες», ως εξής:
Οι γονείς παρατηρούν ότι το 4χρονο παιδί τους έχει τον αντίχειρά του στο
στόμα, κατά μέσο όρο, ας υποθέσουμε, τριανταπέντε περίπου λεπτά πριν
πάει για ύπνο.
Οι παρατηρήσεις τους δείχνουν ότι αυτό γίνεται σταθερά για περισσότερες από δύο ή τρεις ημέρες.
Του δίνουν λοιπόν τις εξής οδηγίες:
«Γιώργο, εσύ λες πως θέλεις να σταματήσεις να πιπιλίζεις το δάχτυλό σου.
Φαίνεται ότι δυσκολεύεσαι να το κάνεις. Λοιπόν, εμείς θα σε βοηθήσουμε
να εξασκηθείς για να το σταματήσεις. Νομίζω πως θα είναι διασκεδαστικό
για σένα. Η ώρα της άσκησης θα είναι ακριβώς πριν πας για ύπνο. Αν
μπορέσεις για πέντε λεπτά να μην βάλεις το δάχτυλό σου στο στόμα, θα
γράψεις έναν αστερίσκο εδώ σε αυτή την κάρτα πάνω στο κρεβάτι (του
δείχνουν την κάρτα). Όταν συγκεντρώσεις δέκα αστερίσκους, θα πάμε μαζί
έναν ωραίο περίπατο στον ζωολογικό κήπο, ειδικά για σένα. Θα
προγραμματίσεις το χρονοδιακόπτη της κουζίνας. Ας δοκιμάσουμε. Είσαι
έτοιμος; Θυμήσου, μη βάζεις το δάχτυλό σου στο στόμα, ωσότου να κτυπήσει
ο χρονοδιακόπτης, και θα κερδίσεις έναν αστερίσκο».
Μερικές φορές τα προγράμματα μπορεί να φαίνονται παράξενα και
μηχανιστικά στους γονείς, ιδιαίτερα όταν οι «συμφωνίες» που συνάπτονται
ανάμεσα στους γονείς και στα μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά αναφέρουν
λεπτομερώς τις «αμοιβές» (ή τα «κέρδη») για την εκδήλωση της νέας
επιθυμητής συμπεριφοράς. Το σύστημα της αμοιβής και της τιμωρίας
φαίνεται σε πολλούς ανθρώπους πολύ ιδιοτελές, συγγενές προς την
δωροληψία και τον εκβιασμό.
Οι ψυχοθεραπευτές, που χρησιμοποιούν τη συντελεστική συνεξάρτηση
υποστηρίζουν πως πολύ λίγοι άνθρωποι εργάζονται για το τίποτα, και ότι
οι ψυχοθεραπευτές το μόνο που κάνουν είναι να μετατρέπουν σε εντελώς
σαφές (και ακριβές) ό,τι είναι σχετικά ασαφές και μη συστηματικό στις
διάφορες στρατηγικές ανατροφής του παιδιού. Όπως ακριβώς είναι δύσκολη
δουλειά για τους ενηλίκους να σταματήσουν συνήθειες, π.χ. όπως το
κάπνισμα, είναι πολύ δύσκολο και για τα προβληματικά παιδιά να αλλάξουν
τις προβληματικές τους συμπεριφορές.
Τα αποτελέσματα (αν πραγματικά επιθυμούμε μια περισσότερο δημιουργική
ζωή για το παιδί) «αγιάζουν» τα μέσα! Άλλωστε, ο απώτερος στόχος της
θεραπείας είναι να περάσει το παιδί από τις εξωτερικές αμοιβές στις
εσωτερικές (αυτο-) ενισχύσεις. Αυτές είναι αυτο-συντηρούμενες.
Υποστηρίζεται ότι, αν το παιδί κατορθώσει για μία φορά να ελέγξει, ας
πούμε το πιπίλισμα του δακτύλου, θα προσπαθήσει να διατηρήσει αυτή του
την επιτυχία, επειδή του παρέχει εσωτερική ικανοποίηση.
Δεν απαιτείται οι γονείς να λάβουν ιδιαίτερα μέτρα, όταν το παιδί
πιπιλίζει το δάχτυλό του στα δύο-τρία πρώτα χρόνια της ζωής του. Οι
γονείς μάλλον χρειάζονται καθοδήγηση για να προσέξουν τη στάση τους. Οι
φόβοι των περισσότερων γονέων για τα αρνητικά αποτελέσματα, που μπορεί
να έχει το πιπίλισμα του δακτύλου στο παιδί, βασίζονται σε «ιστορίες»
άλλων και μπορούν εύκολα να καταρριφθούν. Ωστόσο, αν και η συνήθεια αυτή
δεν εμπεριέχει το σπέρμα μελλοντικής συμφοράς, δεν είναι και το
ωραιότερο ή χρησιμότερο πράγμα που μπορεί να κάνει ένα παιδί μεγαλύτερης
ηλικίας. Είναι αλήθεια ότι απολαμβάνει αυτήν τη συνήθεια και συχνά δεν
είναι πρόθυμο να την εγκαταλείψει, αλλά μπορεί να την αντικαταστήσει με
άλλες ευχάριστες συνήθειες – ιδιαίτερα όταν οι εντάσεις που προκαλούσαν
την ανεπιθύμητη αυτή συνήθεια έχουν επιλυθεί.

Δεν είναι ανάγκη ο γονέας να στέκεται πάντα δίπλα στο παιδί και να το
παρατηρεί διαρκώς. Όταν εστιάζουμε τόσο φανερά την προσοχή μας στην
ανεπιθύμητη συμπεριφορά, μπορεί, αντί να την εξαλείψουμε, να την
ενισχύουμε. Όταν βλέπουμε το παιδί με τον αντίχειρα στο στόμα, μπορούμε
συχνά να του ζητήσουμε να κάνει κάποιο θέλημα ή να του δώσουμε κάτι άλλο
να απασχοληθεί. Αν τα χέρια του παιδιού είναι απασχολημένα με κάποια
ευχάριστη και ενδιαφέρουσα δραστηριότητα, δεν μπορούν ταυτόχρονα να
βρίσκονται στο στόμα για πιπίλισμα.
Όταν το παιδί αποκοιμιέται με το δάχτυλο στο στόμα, η μητέρα του μπορεί,
αν θέλει, να το απομακρύνει ήσυχα-ήσυχα. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι
τόσο σημαντικό που να την κρατάει στο δωμάτιό του για να καιροφυλακτεί ή
να ξαγρυπνάει πέρα από τη συνηθισμένη της ώρα. Το κυριότερο είναι η
μητέρα να απαλλαγεί από αδικαιολόγη τους φόβους και να κρατάει το παιδί
απασχολημένο, με τρόπο φυσικό, όλη την ημέρα. Από κει και πέρα η
συνήθεια θα εξαλειφθεί μόνη της. Πολλά παιδιά σταματούν το πιπίλισμα του
αντίχειρα, όταν πάνε σχολείο, επειδή συνειδητοποιούν ότι αυτή η
συνήθεια δεν αρμόζει σε ένα «μεγάλο παιδί» που πηγαίνει στο σχολείο. Το
παιδί μπορεί να απαλλαγεί από τις πιπίλες αν απλά δεν τις
αντικαταστήσουμε, όταν φθαρούν ή χαθούν, ενισχύοντας παράλληλα το
αίσθημα του παιδιού ότι «μεγάλωσε» και δεν το έχει πια ανάγκη. Αυτό
πρέπει να γίνει με ήρεμο και πρακτικό τρόπο.
Πολλές φορές, οι γονείς που ανησυχούν πολύ για το πιπίλισμα του
αντίχειρα, αφοσιώνονται σε μια αγχώδη προσπάθεια να «κόψουν» αυτήν τη
συνήθεια και δεν ψάχνουν να βρουν μήπως υπάρχει κάποιο άλλο, πραγματικό
και βαθύτερο, πρόβλημα. Το χρόνιο ή υπέρμετρο πιπίλισμα του αντίχειρα
μπορεί να είναι ένα προειδοποιητικό σημάδι – μαζί με άλλα σημάδια – μιας
λανθάνουσας ανεπάρκειας ή αποτυχίας. Αν αυτό συμβαίνει, τότε οι γονείς
πρέπει να προσπαθήσουν να προσδιορίσουν τη βασική αιτία της διαταραχής.
Η επίμονη συνήθεια μπορεί να υποδηλώνει ότι το παιδί έχει φοβίες ή ότι
δεν απολαμβάνει επαρκή αποδοχή από τους γονείς του. Η ανεπιθύμητη
συνήθεια αντιπροσωπεύει ένα είδος αυτο-παρηγοριάς. Μερικά παιδιά
χρησιμοποιούν το πιπίλισμα του αντίχειρα για να εκφράσουν την αντίθεσή
τους, τη δυσφορία τους. Καθώς συνειδητοποιούν πόσο εξοργίζονται οι
γονείς τους με αυτήν τους τη συνήθεια, βρίσκουν ικανοποίηση στο να
προκαλούν τον θυμό τους και, επαναλαμβάνοντάς την, ανακουφίζονται από
τις εντάσεις που έχουν συσσωρεύσει.
Ένα παιδί θα πιπιλίσει ευκαιριακά τον αντίχειρά του, όταν είναι άρρωστο,
πεινασμένο ή κουρασμένο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ένταση προέρχεται
από βιολογικές ανησυχίες παροδικού χαρακτήρα. Το να καθιερώνουμε
νωρίτερα την ώρα φαγητού ή να ελαφρύνουμε το ημερήσιο πρόγραμμά του
είναι συνήθως αρκετό για να εξαλείψουμε το πρόβλημα.

iator.gr