Η ανάπτυξη της γλωσσικής ικανότητας ανά ηλικιακό στάδιο



Ένα συχνό ερώτημα των γονιών, ειδικότερα κατά την ανατροφή του πρώτου παιδιού που για αυτούς όλα είναι άγνωστα, είναι πότε αρχίζει να μιλάει το παιδί και να επικοινωνεί.

Ένα σημείο που πρέπει να είναι ξεκάθαρο είναι πως δεν έχουν όλα τα παιδιά την ίδια ικανότητα στον προφορικό λόγο, ενώ πρόκειται για ικανότητα που διαμορφώνεται και εξελίσσεται σταδιακά υπό την επίδραση παραγόντων όπως είναι το φύλο και η κληρονομικότητα. Συνήθως τα κορίτσια αναπτύσσουν νωρίτερα και ευκολότερα αυτή την ικανότητα, συγκριτικά με τα αγόρια.
Ένα παιδί στην ηλικία των 2 ετών μπορεί να βάλει σε σειρά 2 με 3 λέξεις, σχηματίζοντας μία απλή φράση, ενώ στην ηλικία των 4 ετών έχει κατανοήσει βασικές έννοιες γραμματικές και οι προτάσεις του είναι ορθές. Παρόλο αυτά ακόμη και μέχρι την ηλικία των 5 ετών μπορεί να ξεχνάει κάποια γράμματα, να κάνει αναγραμματισμούς ή να μην μπορεί να προφέρει ακόμη όλα τα σύμφωνα.
Σε κάθε περίπτωση η στάση των γονιών δεν θα πρέπει να είναι επικριτική ή καταπιεστική. Θα πρέπει να κατανοούν το χρόνο που χρειάζεται το παιδί ώστε να κατακτήσει επαρκώς τη γλωσσική ικανότητα και να του δίνουν χρόνο να σκεφτεί. Ταυτόχρονα, οι ίδιοι θα πρέπει να του μιλούν αργά και καθαρά, σε εύκολη και κατανοητή από το παιδί γλώσσα και σε καμία περίπτωση να μην του μιλούν με τη δική του παιδική ομιλία, επαναλαμβάνοντας λανθασμένα λέξεις ή φράσεις.
Καλό θα είναι να δημιουργούν ευκαιρίες ώστε να μιλάει συχνά το παιδί και να επιδεικνύουν την απαραίτητη προσοχή και υπομονή όταν μιλάει, χωρίς να ξεχνούν να το επιβραβεύουν και να ενισχύουν την αυτοπεποίθησή του. Η ανάγνωση βιβλίων από τους γονείς με εικόνες και την κατάλληλη επεξήγηση, βοηθούν σημαντικά το παιδί να κατακτήσει τη γλωσσική ικανότητα, ενώ καλό θα είναι να μην το διορθώνουν μπροστά σε τρίτους. Το παιδί θα πρέπει να νιώθει χαρά όταν μιλάει, καθώς αυτό θα του δίνει την απαραίτητη αυτοπεποίθηση να συνεχίσει την προσπάθεια. Μεγαλώνοντας το παιδί, στην ηλικία των 5-6 ετών εμπλουτίζει σημαντικά το λεξιλόγιό του, γεγονός όμως που εξαρτάται άμεσα από τα ερεθίσματα που λαμβάνει. Όπως προαναφέρθηκε και σε αυτήν την ηλικιακή περίοδο, είναι κρίσιμο να μην το διορθώνουν οι γονείς, καθώς το παιδί δεν ενδιαφέρεται τόσο για την έκφραση όσο για τις εμπειρίες που θέλει να εξιστορήσει.
Οι συνεχείς παρατηρήσεις μπορεί να το αποθαρρύνουν και να χάσει την επιθυμία να έχει άμεση επικοινωνία και συζήτηση με τους γονείς.

Μαριαλένα Κυριακάκου
ΠΑΙΔΙΑΤΡΟΣ

mothersblog.gr