Η υγεία της γυναίκας μετά τα 40!



Το προσδόκιμο επιβίωσης έχει αυξηθεί αξιοσημείωτα τα τελευταία χρόνια, με το μέσο όρο για τις γυναίκες να αγγίζει την 9η δεκαετία , σε αντίθετη με το μέσο προσδόκιμο επιβίωσης των 75 ετών όπως φαίνεται από δεδομένα προ 20ετίας. Η μέση ηλικία εμμηνόπαυσης εκτιμάται στα 52 έτη. Με βάση όλα αυτά, φαίνεται ότι οι γυναίκες θα περάσουν σχεδόν το ένα τρίτο της ζωής τους στην εμμηνόπαυση.
Οι γυναίκες μεγαλώνοντας προσβάλονται από χρόνια νοσήματα τα οποία επηρεάζουν την καθημερινότητά τους. Ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να χειριστεί εξατομικευμένα τις ανάγκες μιας γυναίκας που μεγαλώνει, στοχεύοντας στην πρόληψη της εμφάνισης ή της καθυστέρησης της προόδου των σχετιζόμενων με την εμμηνόπαυση συμπτωμάτων και χρονίων νόσων.
Οι γυναίκες στην όψιμη αναπαραγωγική ηλικία εμφανίζουν φθίνουσα γονιμότητα και παρατηρούν αλλαγές στους κύκλους τους. Η μετάβαση στην εμμηνόπαυση πιθανά συνοδεύεται από εμμηνορυσιακούς κύκλους (περιόδους) διαφορετικού μήκους. Η εξέταση μιας γυναίκας ηλικίας μεγαλύτερης των 40 ετών, περιλαμβάνει την αξιολόγηση  της λειτουργικότητας των ωοθηκών της.
Σε γυναίκες μικρότερες των 40 ετών, μιλάμε για πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια με την απουσία τουλάχιστον 4 διαδοχικών εμμηνορρυσιακών κύκλων σε συνδυασμό με διαταραχές στη μέτρηση των ορμονών (FSH).  Σε περίπτωση που όντως διαπιστωθεί πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια η ασθενής θα πρέπει να ελεγχθεί και για άλλες αυτοάνοσες ενδοκρινοπάθειες. Γυναίκες ηλικίας 40-45 ετών λέμε ότι  έχουν πρόωρη εμμηνόπαυση με την απουσία έμμηνου ρύσης για 12 μήνες. Και πάλι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αποκλειστούν άλλες ορμονικές αιτίες που προκαλούν διαταραχές της περιόδου.  Σε γυναίκες > 45ετών, η εμμηνόπαυση ορίζεται μετά από 12 διαδοχικούς μήνες χωρίς έμμηνο ρύση.
Τα συμπτώματα που συνοδεύουν την εμμηνόπαυση είναι αγγειοκινητικά (εξάψεις), συμπτώματα του ουρογεννητικού συνδρόμου (ξηρότητα των γεννητικών οργάνων, αιμορραγία μετά από επαφή, ερεθισμός/καύσος/κνησμός του αιδοίου ή του κόλπου, επιτακτική ούρηση, μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, πρόπτωση μήτρας, υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις), διαταραχές του ύπνου (αυπνία, αποφρακτική άπνοια και άλλες νυκτερινές αναπνευστικές διαταραχές), γνωσιακές διαταραχές και αλλαγές στη διάθεση (αδυναμία συγκέντρωσης, διαταραγμένη μνήμη, κατάθλιψη).
Η αξιολόγηση της γυναίκας θα πρέπει να περιλαμβάνει την φυσική εξέταση σε συνδυασμό με πλήρη γυναικολογική αξιολόγηση και εξέταση των μαστών. Ο ιατρός θα πρέπει να δίνει προσοχή στην παρουσία παχυσαρκίας, δυσλιπιδαιμίας, εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη, αρτηριακής υπέρτασης, την μείωση της μυϊκής μάζας και την αξιολόγηση του οστεοπορωτικού καταγματικού κινδύνου. Η μετεμμηνοπαυσιακή πιθανότητα εμφάνισης οστεοπορωτικού κατάγματος  εκτιμάται ως μεγαλύτερη από 40% στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.
Τα χρόνια νοσήματα που επηρεάζουν τη γυναίκα στην εμμηνόπαυση μπορούν να τροποποιηθούν σε σημαντικό βαθμό με παρεμβάσεις  όπως η  σωστή διατροφή (μείωση της πρόσληψης κεκορεσμένου λίπους,  πρόσληψη υδατανθράκων με τη μορφή φρούτων , οσπρίων, ζυμαρικών και ολικής αλέσεως δημητριακών, πρωτεϊνών με τη μορφή ψαριών, πουλερικών ή αποβουτυρωμένων γαλακτοκομικών προϊόντων), η άσκηση (αερόβια σωματική άσκησης), η διακοπή του καπνίσματος και της κατανάλωσης οινοπνεύματος.
Η ορμονική θεραπεία είναι η θεραπεία εκλογής για την αντιμετώπιση των εμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων, της ουρογεννητικής ατροφίας και της πρόληψης κατάγματος σε γυναίκες με εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα. Επίσης, συσχετίζεται με ευνοϊκό καρδιομεταβολικό προφίλ, βελτιώνοντας τα λιπίδια ορού, τη σύσταση του σώματος, το μεταβολισμό της γλυκόζης και την αγγειακή λειτουργία. Τα οφέλη της ορμονικής θεραπείας υπερέχουν των κινδύνων ιδιαίτερα σε γυναίκες μικρότερες των 60 ετών ή σε ηλικία εμμηνόπαυσης μέχρι 10 ετών. Η ορμονική θεραπεία υποκατάστασης θα πρέπει να χορηγείται κάτω από ιατρική παρακολούθηση και θα πρέπει η θεραπευτική αντιμετώπιση να είναι εξατομικευμένη για κάθε γυναίκα.  Εκτός από την ορμονική θεραπεία, υπάρχουν εναλλακτικές φαρμακευτικές θεραπείες και μη φαρμακευτικές εναλλακτικές θεραπείες όπως κολπικά ενυδατικά και λιπαντικά προϊόντα, φυτοοιστρογόνα κ.ά.



Μαρία Προκοπίου, Ενδοκρινόλογος


iator.gr